Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Καρκίνος Παχέος Εντέρου: Προληπτικός Έλεγχος

Ο προληπτικός έλεγχος για τον ορθοκολικό καρκίνο είναι σημαντικός για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η πρώιμη διάγνωση των ορθοκολικών καρκινωμάτων και ο δεύτερος είναι η πρόληψη του ΟΚΚ μέσω της αναγνώρισης και αφαίρεσης των ορθοκολικών αδενωμάτων, τα οποία αποτελούν
προκαρκινικές αλλοιώσεις. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι η διάγνωση πρώιμων ορθοκολικών καρκινωμάτων μέσω της παρακολούθησης μειώνει τη θνητότητα. Έτσι, οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αφαίρεση αδενωμάτων έχουν 53% μείωση στην θνησιμότητα από ορθοκολικό καρκίνο στα 16 έτη. Το όφελος αυτό αυξάνεται σε ασθενείς που έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης ορθοκολικού καρκίνου.
Οι τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες για τον προληπτικό έλεγχο για ορθοκολικό καρκίνο δημοσιεύτηκαν το 2008. Υπάρχουν τρεις ξεχωριστές κατευθυντήριες οδηγίες που εκδόθηκαν από το American College of Gastroenterology (ACG), αυτές από την United States Preventative Services Task Force (USPSTF), και τις κατευθυντήριες οδηγίες που εκδόθηκαν σε συνεργασία της American Cancer Society και του US MultiSociety Task Force on Colorectal Cancer (που συμπεριλαμβάνει την American Society of Colon and Rectal Surgeons), και το Αμερικανικό Κολέγιο Ακτινολόγων (American College of Radiology). Αν και οι συγκεκριμένες προτάσεις μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των κατευθυντηρίων οδηγιών, όλες συναινούν στο γεγονός ότι ο προληπτικός έλεγχος για τον ασθενή με ενδιάμεσο κίνδυνο ανάπτυξης ορθοκολικού καρκίνου θα πρέπει να ξεκινά στην ηλικία των 50 και θα πρέπει να συνεχίζεται σε κανονικά χρονικά διαστήματα ανάλογα με τη μέθοδο προληπτικής εξέτασης που χρησιμοποιείται. Στις μεθόδους προληπτικής εξέτασης συμπεριλαμβάνονται το test κοπράνων για λανθάνουσα αιμορραγία (fecal occult blood test, FOBT), η ανοσοϊστοχημική εξέταση κοπράνων (fecal immunochemical test, FIT), ο έλεγχος DNA κοπράνων, ο βαριούχος υποκλυσμός, η αξονική κολονοσκόπηση, η εύκαμπτη σιγμοειδοσκόπηση, και η κολονοσκόπηση. Οποιαδήποτε βλάβη ανιχνευθεί με κάποιο από τα test προληπτικού ελέγχου θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω με κολονοσκόπηση για τη διάγνωση και θεραπεία. Η απόφαση γιατο ποια μέθοδος θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να είναι εξατομικευμένη, αφού ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας και ειδικότητας της μεθόδου, των κινδύνων, του κόστους, της συμμόρφωσης του ασθενούς με τις οδηγίες και τη διαθεσιμότητα. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του ACG προτείνουν ότι οι Αφροαμερικανοί άντρες θα πρέπει να υποβάλλονται σε προληπτικό έλεγχο από την ηλικία των 45 ετών. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του USPSTF προτείνουν ότι οι ασθενείς με ηλικία μεταξύ 75-85 ετών θα πρέπει να υποβάλλονται σε προληπτικό έλεγχο επιλεκτικά και ότι ο προληπτικός έλεγχος θα πρέπει να διακόπτεται μετά την ηλικία των 85 ετών. Το USPSTF δεν προτείνει τις νεότερες μεθόδους της ανίχνευσης DNA στα κόπρανα και αξονικής κολονοσκόπησης μέχρι να γίνουν διαθέσιμα περισσότερα δεδομένα σχετικά με την απόδοσή τους. Όλες οι κατευθυντήριες οδηγίες συμφωνούν ότι η πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι ο πρωταρχικός στόχος της προληπτικής εξέτασης και ότι η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται σε εξατομικευμένη βάση ούτως ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα.
Όλες οι μέθοδοι έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Οι εξετάσεις κοπράνων όπως το FIT, το FOBT, και η εξέταση DNA κοπράνων, είναι μη επεμβατικές και στην ουσία δεν έχουν κινδύνους. Έτσι, είναι πιο αποδεκτές στους ασθενείς ως μέθοδοι προληπτικού ελέγχου. Εν τούτοις, στις κλινικές μελέτες αναφέρεται χαμηλή συμμόρφωση τόσο του γιατρού όσο και του ασθενούς με την εξέταση να μην εκτελείται στα σωστά χρονικά διαστήματα ή τους ασθενείς να μην υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση μετά από θετικό test. Η ευαισθησία της εξέτασης κοπράνων για λανθάνουσα αιμορραγία είναι χαμηλή(33%-40%), αλλά αυτή αυξάνεται στο 50%-75% με την ανάπτυξη της νέας μεθόδου που πλέον διατίθεται και ονομάζεται SENSA FOBT. Η ευαισθησία και το ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων αντιμετωπίστηκαν με την ανάπτυξη της εξέτασης DNA κοπράνων και του FIT, όμως οι εξετάσεις αυτές είναι σημαντικά ακριβότερες και, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εξέταση DNA κοπράνων βρίσκεται ακόμα υπό κλινικές δοκιμές. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι εξετάσεις αυτές δεν έχουν σχεδιαστεί για την πρόληψη, αλλά για την πρώιμη διάγνωση καθώς τα πιο προχωρημένα αδενώματα δεν ανιχνεύονται με τις εξετάσεις αυτές.